ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΤΖΙΜMΑ
Ο Ιστορικός Αντώνης Χαλδαίος, ο οποίος έγραψε το βιβλίο Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟ ΚΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ, σε άρθρο του για τις Έλληνικές Παροικίες, αναφέρει:«Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940, οι Έλληνες είχαν εγκατασταθεί στα περισσότερα σημεία της Αιθιοπίας, κυρίως στις πόλεις που ευνοούσαν την εμπορική δραστηριότητα όπως το Gore, το Bure, το Lekemti, η Beder, η Bieber, η Bonga, η Jimma, η Dila και το Yirgalem.
Από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, υπάρχουν αναφορές στην ελληνική παρουσία στη Jimma. Μεταξύ των πρωτοπόρων Ελλήνων συγκαταλλέγεται ο Νίκος Σιμάτος, ο οποίος εγκαταστάθηκε το 1912, προκειμένου να εργαστεί ως εκπρόσωπος της εμπορικής επιχείρησης του Πετράτου. Αργότερα συνεταιρίστηκε με τον Σπύρο Πετράτο και δημιούργησε ένα εργοστάσιο αναψυκτικών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, υπήρχαν 26 Έλληνες έμποροι οι οποίοι διακινούσαν καφέ, κερί, μέλι, βοοειδή, δέρματα και ελεφαντόδοντο.
Ο Ανδρέας Γκόψης, κάτοικος της Τζίμμα, από 1923, στο ημερολόγιο του μεταξύ των άλλων αναφέρει:
Το 1922, ζούσαν στη Τζίμα οι εξής 8 Έλληνες: Θουκυδίδης Ζερβός, Πίνδαρος Ζερβός, Γεώργιος Σγολόμπης, Αλκιβιάδης Πύρσος, Γαβριήλ Πετράτος, Ιωάννης Ληξουργιωτάτος, ο Μπάρμπα Κώστας, από τον Πόντο και ο Βαχάν Κεβορκιάν, από την Αρμένια.
Οι παραπάνω ίδρυσαν το 1929, τον Ελληνικό Σύλλογο της Τζίμα: "Η ΠΡΟΟΔΟΣ". Από τις συνδρομές και δωρεές των μελών του, αγόρασαν ένα οικόπεδο, το οποίο κατασχέθηκε από την Ιταλική Διοίκηση, κατά την διάρκεια της Ιταλικής Κατοχής (1935-41).
Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης είχαν την ευκαιρία το 1930, να διαβάζουν Ελληνικό περιοδικό. Ήταν το περιοδικό "ΑΠ ΟΛΑ", το οποίο εξέδιδε ο Ανδρέας Γκόψης. Τότε η Ελληνική εφημερίδα ''Αιθιοπικός Κόσμος'', που εκδίδετο στην Αντίς Αμπέμπα, αναφέρθηκε με θετικά σχόλια για τους κατοίκους της Τζίμα.
Η Ελληνική Παροικία της Τζίμα, έχει και επίσημη εκπροσώπηση του Ελληνικού κράτους. Ήταν το 1931, που ιδρύθηκε το Ελληνικό Προξενικό Πρακτορείο της Τζίμα. Πρώτος Πράκτορας, ορίσθηκε ο Πίνδαρος Ζερβός. Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης, χαιρέτησαν με μεγάλο ενθουσιασμό την ίδρυση του και η χαρά τους κορυφώθηκε με την ανύψωση της Ελληνικής Σημαίας.
Το 1934, αφιχθεί στην πόλη ο Άγγλος Πρόξενος Αδριανός Τρέπμαν, από την Αντίς Αμπέμπα. Ο Έλληνας Προξενικός Πράκτορας Πίνδαρος Ζερβός, παρέθεσε προς τιμή του δείπνο και σε αυτό παρακάθισαν και οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης.
Οι Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, ήταν μέλη Ιεραποστολών. Το 1922, λειτούργουσε η Ιταλική Ιεραποστολή, με 5-6 άτομα, ενώ μέχρι το 1935 είχε λειτουργήσει και η Αμερικάνικη Ιεραποστολή, η οποία αποτελείτο από 4-5 άτομα.
Ολοκληρώνοντας, από το 1922 και μέχρι το 1935, είχαν έρθει να εργασθούν στη Τζίμα, 40 Έλληνες, αλλά δεν παρέμειναν εκεί και μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές της χώρας. Μεταξύ αυτών ήταν οι εξής: Νέστωρ Βαπορίδης, Νικόλας Σιμάτος, Δημήτρης Σγολόμπης, Χρήστος Γερασιμίδης, Πασχάλης Γιώτης, Απόστολος Γιώτης, Νικόλαος Καζακάκος, Νικόλαος Ευθυμιάτος, Διονύσιος Καραντινός και Κωνσταντίνος Κάρζας.
Σημ. Το ημερολόγιο του Ανδρέα Γκόψη, μας το παραχώρησε η Αριστέα Γκόψη - Κερμελή.
Σταύρος Ε. Βινιεράτος
Η Αικατερίνα Εξάρχου, έγραψε στο βιβλίο της ΘΥΜΗΣΕΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ, ένα κεφαλαίο για τη ζωή του Γιάννη Ληξουριωτάτου, ο οποίος έζησε στη περιοχή της Τζίμμα:
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΑΓΓΑΡΟ
Είναι γεμάτη από Οδύσσειες η Ιστορία της φυλής μας...
Δεν ξέχασα κι ούτε ποτέ θα ξεχάσω τον άννθρωπο του Αγγάρο, τον παράδοξου εκείνου χωριού της αφιλόξενης Κάφφας, στη νοτιοδυτική άκρη της Αβησσυνίας, ανάμεσα στα σύνορα της Κένυας και του Σουδάν.
Ήτανε τον καιρό που ζούσαμε στην Αντίς Αμπέμπα, στη δούλεψη μιας γαλλικής εταιρίας δημόσιων έργων που άνοιγε τότε εκατό χιλιόμετρα δρόμο, την «Αγγάρο-Μπεντελέ Χάι-Γουέι», στην καρδιά μέσα της Κάφφας, της πλούσιας αυτής καφεδοπαραγωγικής περιοχής, να τήνε συνδέσει με τη Τζίμμα, πόλη κι εμπορικό κέντρο με πληθυσμό δέκα χιλιάδες ψυχές.
Άγρια, απρόσιτη, από τις πιο αρχέγονες της Αιθιοπίας είναι η περιοχή ετούτη. Δάση απάτητα. Έδαφος ύπουλο. Νερά πάμπολλα. Και δυο γιγάντιοι ποταμοί, ο Ντεμπενά και ο Ντιντέσα που έπρεπε να γεφυρωθούν με δυο πελώρια, όλο μπετό και σίδερο, γεφύρια, για να περάσει απάνω τους ο δρόμος φαρδύς και ασφαλτοστρωμένος.
Τριακόσια τριάντα πέντε χιλιόμετρα χωρίζουνε τη Τζίμμα απ' την Αντίς Αμπέμπα. Το ταξίδι τούτο κάναμε εμείς, το προσωπικό, με μικρά αεροπλάνα της Ethiopian Air Lines (Αιθιοπική Αεροπορίκη Γραμμή ). Οι μηχανές, τα καμιόνια, τα κινητά σπίτια (οι ρουλότες) κ.λπ. έρχονταν με το δρόμο ώς τη Τζίμμα και ύστερα, ακολουθώντας χωματόδρομους και πίστες, φτάνανε στο καμπ, τόπο συγκέντρωσης ανθρώπων και υλικού, που τότε βρισκόταν σε καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα απόσταση απ' το χωριό Αγγάρο.
Συχνά ακολουθούσα το σύντροφό μου στην περιοδεία του στα «έργα». Μέναμε τότε μέρες μέσσα στο καμπ, όπου μια ολόκληρη ζωή ήτανε οργανωμένη: Οι κατασκηνώσεις για τους 650 Αιθίοπες εργάτες και εργοδηγούς, τα κινητά σπίτια για τους 42 Γάλλους μηχανικούς, λογιστές και γραμματικούς –πολλοί με τις οικογένειές τους- τα γραφεία, η καντίνα (κυλικείο) και η κοοπεροτίβ (κατάστημα χωρίς κέρδος), όπου οι υπάλληλοι αγόραζαν ό,τι τους χρειαζόταν. Ακόμα το φαρμακείο, ένας σταθμός πρώτων βοηθειών, τα συνεργεία για την επιδιόρθωση των μηχανημάτων κ.λπ. Ένα δηλαδή ολόκληρο χωριό κινητό. Γιατί κινιόταν, μετακόμιζε από καιρό σε καιρό, ακολουθώντας το δρόμο που ανοίγαμε και προχωρούσε κανονικά προς τη Τζίμμα. Έξω από το καμπ, στρατιά ολόκληρη οι μηχανές, οι μπουλντόζες και τα καμιόνια, αράδα.
Και βουνά η αλεσμένη πέτρα, η άμμος και η πίστα. Κι ύστερα, χιλιόμετρα μάκρος η κατασκαμμένη γη με τα ξεριζωμένα κατάχαμα γιγάντια δέντρα, να σηκώνουνε ψηλά τις πελώριες ρίζες τους, κυκλώπεια, λες, χέρια σπασμωδικά τεντωμένα, να ικετεύουνε, θαρρείς, τον ουρανό. Κι ολόγυρα σκοτεινό κι αδιαπέραστο το τροπικό δάσος, με τα λιμνιασμένα μέσσα σαπισμένα νερά, τη βαριά μπόχα και πλήθος τα κουνούπια και τα φαρμακερά έντομα κι ερπετά και τα κοπάδια τις μαϊμούδες να πηδούν από δέντρο σε δέντρο, σκούζοντας ολημερίς χωρίς ανάπαψη. Και τις νύχτες, τα σκυλιά ν'αλυχτούνε αδιάκοπα, καθώς μυρίζονταν τις ύαινες να τριγυρίζουν δίπλα στις κατασκηνώσεις, με τα αστραφτερά κίτρινα ολοστρόγγυλα μάτια τους να γυαλίζουνε μέσα στο σκοτάδι και να «γελούνε» ανατριχιαστικά.
Οι νυχτιές εδώ ήταν παγερές, ενώ τη μέρα έκαιγε ο ήλιος, αχνίζαμε τα κατράμια κι η ζέστη γινότανε αβάστάχτη.
Hτανε παραμονές Χριστούγεννα του '67, σαν γνώρισα τον άνθρωπο του Αγγάρο. Βρισκόμουνα στο καμπ. Ένας γραμματικός της εταιρίας μας, Αιθίοπας, σαν έμαθε πως είμαι Ελληνίδα, ήρθε και με βρήκε.
- Θα θέλατε, μου 'πε, να γνωρίσετε ένα συμπατριώτη σας που ζει εδώ κοντά;
- Συμπατριώτη μου; είπα περίεργη, ξέροντας πως, εκτός από τη Τζίμμα, ούτε πολιτεία καμιά, ούτε Έλληνες υπήρχανε στην περιοχή ετούτη.
- Ναι! συνέχισε εκείνος. Είναι ο σεφ (αρχηγός) του χωριού Αγγάρο. Και είναι Έλληνας.
Νωρίς το απομεσήμερο την άλλη μέρα ξεκινήσα με μ' ένα τζιπ από το καμπ. Ύστερα από μια ώρα περίπου δύσκολο, χωματένιο δρόμο, φτάσαμε σ' ένα χωριό, χτισμένο σε λόφο. Εκεί ήτανε μια πλατεία με φυτεμένα ολόγυρα δέντρα και πιο πίσω της ένα μεγάλο τετράπλευρο κτίριο σκεπασμένο με τσίγκους. Κι ολόγυρά του ήτανε το χωριό. Χωματένιες στρογγυλές καλύβες που οι κωνικές σκεπές τους ήτανε από παχύ στρώμα ξερά χόρτο.
Πρόβατα και γαϊδουράκια και πουλερικά βόσκανε πέρα από τις καλύβες.Ένα τυπικό αιθιοπικό χωριό, με τούτο το ιδιαίτερο μονάχα ήτανε κατακάθαρο. Και τούτο ακόμα: έβλεπες ανάμεσα στις καλύβες ξύλινους στύλους με σύρματα και καλώδια απάνω τους.
Ένα πράμα περίεργο για χωριό εκείνης της μακρινής πρωτόγονης περιοχής.
Οταν σταμάτησε το τζιπ μπροστά στο μεγάλο σπίτι, ένας αψηλός γέρος Αιθίοπας βγήκε και χαιρετώντας μας με την ευγενική εκείνη υπόκλιση του πανωκορμιού (χαρακτηριστική σ' όλες τις ανώτερες φυλές της Αιθιοπίας), μας προσκάλεσε να προχωρήσουμε. Ανεβήκαμε τα λίγα σκαλιά, περάσαμε το κατώφλι και βρεθήκαμε μέσα σε ευρύχωρη κάμαρα.
Ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο, μερικές καρέκλες και πάνω στους τοίχους φωτογραφίες κι αφίσες έγχρωμες: η Ακρόπολη, το Σούνιο, μια παραλία ελληνικού νησιού, ένα παλιό πορτραίτο αντρόγυνου μέσα σε πολυκαιρισμένη κορνίζα, ένα παλικάρι και μια κοπελούδα, φωτογραφία σε σχήμα καρδιάς.
Κι ενώ περιεργαζόμουνα τούτα, φάνηκε στο άνοιγμα της μεσόπορτας ένας μικρόσωμος ηλικιωμέννος άντρας. Έτρεξε κατά το μέρος μας. Ο Ασάφα, ο γραμματικός μας, σηκώθηκε, τόνε προϋπάντησε και τον χαιρέτησε στην αμαρένια γλώσσα:
- Τανά σταλίν. Ινταμάν αλού; (Χαίρετε. Πώς είστε;)
- Ντανά. Εξάμπιερ γιμεσκίν. (Καλά. Χάρη στο Θεό), ανταπόδωσε εκείνος.
Ύστερα γύρισε σε μένα. «Καλωσήρθες», είπε. Και δώσαμε τα χέρια. Καθήσαμε. Ξανάρθε ο γέρος Αιθίοπας, φέρνοντας μέσα σε δίσκο μυρωδάτο αχνιστό μπούνα (καφέ) και - Ω, έκπληξή μου! - ελληνικά σπιτικά τσουρέκια.
Ήπιαμε, φάγαμε, μιλώντας διάφορα τυπικά θέματα. Ύστερα ο Ασάφα σηκώθηκε. Πήγαινε, είπε, να δει γνωστούς του στο χωριό και θα 'ρχόταν να με πάρει αργότερα.
Χείμαρρος τα ερωτήματα μέσα στο μυαλό μου:
- Πώς βρεθήκατε εδώ; Από πόσα χρόνια; Γιατί σ' αυτήν τη χαμένη περιοχή; Από ποιο μέρος της πατρίδας;
Μα έμενα αμίλητη και τόνε κοίταζα. Εκείνος καιτάλαβε την αμηχανία μου και άρχισε πρώτος.
- Δεν το πίστεψα, σαν μου το μήνυσε ο Ατό Ασάφα (κύριος Ασάφα), πως είσαι Ελληνίδα και θα 'ρχόσουνα να με δεις.
Κι ήτανε αυτός τώρα που μου έκανε ερωτήσεις. Έπειτα, ήρθε και στη δική του ιστορία. Μια ιστορία ασυνήθιστη. Παράδοξη. Μα όχι απίθανη. Είναι από Οδύσσειες γεμάτη η ιστορία της φυλής μας, μικρές ή μεγάλες, που ξετυλίχτηκαν και ξετυλίγονται ώς σήμερα σε όλα τα πλάτη και ύψη της οικουμένης.
Σας τήνε παραδίνω, όπως μου τη διηγήθηκε:
Ητανε το 1914, λίγους μήνες πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Μ' ένα θείο του μαζί, ναυτικό,
πάνω σ' ένα εμπορικό ξένο καράβι, είχανε φτάσει στο Τζιμπουτί. Εκεί αποφασίσανε να ξεμπαρκάρουνε, ν' αφήσουνε τη θάλασσα και να δοκιμάσουνε την τύχη τους στη στεριά.
Ήτανε τότε δεκάξι χρονώ παλικάρι.
Η ζέστη εκεί ήτανε αφόρητη. Το Τζιμπουτί, μαζί με την Ερυθραία, είναι οι πιο πυρωμένοι τόποι της Γης (50°C τους θερινούς μήνες, στη σκιά). Και ούτε δουλειά ικανοποιητική βρήκανε.
Αποφασίσανε τότε να συνεχίσουνε και να φτάσουνε στην Αβησσυνία. Εκεί η χώρα, είχανε ακουστά πως ήτανε εύπορη, μεγάλη, ακόμα ανεξερεύνητη. Και συμπατριώτες Έλληνες πολλοί μάθανε πως ζούσανε εκεί πέρα. Το αποφασίσανε.
Η Αιθιοπία ή Αβησσυνία είναι μια πελώρια πυραμίδα, στη βορειοανατολική πλευρά της Αφρικής, ανάμεσα στο Σουδάν, την Ερυθρά Θάλασσα και την Ισημερινή ή Μαύρη Αφρική. Κι έχει έκταση ένα εκαττομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα.Στη βάση της έχει ακτές και ερήμους, όπου βασιλεύει η πιο μεγάλη θερμοκρασία της οικουμένης. Στην κορφή της έχει βουνά συμπαγή, πανύψηλα, με χιονισμένες μύτες, πάνω από τέσσερις χιλιάδες μέτρα ύψος. Κι ανάμεσά τους, είναι οροπέδια και κοιλάδες καταπράσινες, όπου χιλιάδες βόσκουνε κοπάδια βόδια κι άλογα και πρόβατα παχιά.
Κι όλα τα είδη τα δέντρα και τα φυτά, άφθονα φυτρώνουνε σε τούτο τον τόπο. Μουριές πελώριες κι ελιές και κωνοφόρα κι οπωροφόρα δέντρα κι αμπέλια κι εξωτικές ερφόρμπες καντελάριες, δέντρα πανύψηλα που, ανθισμένα, έχουνε το χρώμα της φωτιάς. Και κάθε λογής λουλούδι: γαρδένιες γιγάντιες και μυρωδάτες αλόες (είδους κρίνου) και τριαντάφυλλα και γαρύφαλα και γιασεμιά.
Εδώ είναι ο Παράδεισος των πουλιών. Πουλιά με χρώματα λαμπρά. Πουλιά εξωτικά και άλλα ωδικά, μαγευτικά. Μα και αετοί και αρπαχτικά και όρνια. Εδώ ακόμα αφθονούν τα θηρία τ' άγρια: πάνθηρες, λιοντάρια, ύαινες, λεοπαρδάλεις, υποπόταμοι, αγριόχοιροι, ελέφαντες, κροκόδειλοι, μα και αντιλόπες και στρουθοκάμηλοι και άλλα πολλά.
Και ράτσες ανθρώπων πάμπολλες. Οι πιο παλιές κι ανώτερες κατέχουν τα ψηλά οροπέδια του Τιγρέ, της Αμχάρας, της Χοάς και του Κοντζάμ. Είναι βοσκοί και γεωργοί. Όσο κατεβαίνει κανείς, συναντά φυλές νομαδικές και πρωτόγονες. Και φτάνοντας στη βάση της πυραμίδας, βρίσκει μαύρους και πυγμαίους.
Νειλοτικούς και μιγάδες από επιμιξία με τους νέγρους της Ισημερινής Αφρικής.
Και θρησκείες όλων των ειδών συναντά εδώ κανείς: οι πιο ανεπτυγμένες φυλές είναι Χριστιανοί (Κόπτες, Ορθόδοξοι) και Μουσουλμάνοι και λιγοστοί Εβραίοι. Οι άλλοι λατρεύουνε είδωλα: βράχους ή πελώρια δέντρα. Μα όλοι, ανεξαίρετα, επιδίδονται στη μαγεία και πιστεύουν σε παντοδύναμα πνεύματα, τα Τζαρ.
Aποφασίσανε λοιπόν οι δυο ήρωες της ιστορίας μας να φτάσουν στην Αιθιοπία. Θα παίρνανε το τραίνο από το Τσιμπουτί ώς τα μισά και έπειτα θα συνεχίζανε το δρόμο τους με ζώα. Τούτο, γιατί η γραμμή Τζιμπουτί - Αντίς Αμπέμπα (500 χιλιόμετρα μάκρος) που είχε αρχίσει το 1884 δεν έφτανε ακόμα, την εποχή που λέμε, στην Αντίς Αμπέμπα. Έφτασε εκεί μονάχα το 1917.
Το ταξίδι ήτανε αργό, εξουθενωτικό. Το τραίνο ταξίδευε μονάχα τη μέρα. Το βράδυ σταματούσε σ' όποιο χωριό λάχαινε και συνέχιζε το δρόμο του το άλλο πρωί. Κι αυτό, γιατί οι μισοάγριες φυλές, οι Ντανακίλ και Σομαλί, που ζούνε στα χώματα τούτα, στην αρχή για πολλά χρόνια, βγάζανε και κλέβανε τα σίδερα της γραμμής και τα έκαναν αιχμές για τα δόρατά τους, μαχαίρια, βραχιόλια, χαϊμαλιά κι ό,τι άλλο τους χρειαζόταν. Έτσι, η σιδηροδρομική εταιρία, για ν' αποφεύγει τους εκτροχιασμούς, πήρε το μέτρο να ταξιδεύει το τραίνο μονάχα τη μέρα.
Το μεσημέρι σταματούσε σ' ένα χωριό, όπου καιτέβαιναν να φάνε οι επιβάτες, μα και ν' αποφεύγουνε το καμίνι του καταμεσήμερου.
Σταματούσε ακόμα σε πολλά χωριά και στην πόλη Ντιριντάγουα, όπου κατέβαζε κι έπαιρνε επιβάτες κι εμπορεύματα.
Δυο μέρες ταξιδέψανε έτσι, μέσα σε μια κόλαση ζέστης. Σα φτάσανε στο τέρμα της γραμμής, αγοράσανε δυο μουλάρια και συνεχίσανε.
Επί μία εβδομάδα ανεβαίνανε, ακολουθώντας και κοτράχαλα και κακοδιάβατα περάσματα και μονοπάτια, ώς να φτάσουνε στο αψηλό οροπέδιο της Χοάς (δυόμισι χιλιάδες μέτρα ύψος) και να μπούνε στην Αντίς Αμπέμπα («καινούργιο λουλούδι» σημαίνει τ' όνομά της), την Πρωτεύουσα.
Εκεί, είδανε σπίτια, μαγαζιά, εκκλησιές και δρόμους κι ένα σωρό πατριώτες Έλληνες που τους δεχτήκανε με χαρά.
Hτανε όμορφα στην Αντίς Αμπέμπα. Η ζωή ευχάριστη. Κλίμα καλό. Δουλειές πολλές. Μα... ήτανε μια ζωή εύκολης ρουτίνας... Κι εκείνοι κι οι δυο τους -ο θείος μονάχα σαράντα δυο χρονώ άντρας ήτανε - αποστρεφότανε τη ρουτίνα. Από πάντα θέλανε να δούνε, να γνωρίσουνε ανθρώπους και πράματα. Τώρα, στην ανεξερεύνητη ετούτη χώρα, θέλανε να τη γυρίσουνε, να δοκιμάσουνε την τύχη τους αλλιώς.
Ετσι, ένα πρωί φορτώσανε πάλι τα λιγοστά πράματά τους σε δυο γερά ζώα, αγοράσανε κι από ένα όπλο ο καθένας και ξεκινήσανε, τραβώντας νοτιοδυτικά, τη μεριά την πιο ανεξερεύνητη του τόπου, και τα σύνορα του Σουδάν.
Δρόμοι τότε δεν υπήρχανε. Και τα ταξίδια γινόντανε με καραβάνια, με ζώα, ακολουθώντας πίστες και μονοπάτια. Προχωρούσανε τη μέρα και τις νύχτες σταματούσανε σ' όποιο χωριό συναντούσανε.
Στα χριστιανικά χωριά της Αβησσυνίας, οι εκκλησιές έχουν ολόγυρα φαρδύ αυλόγυρο, περιφραγμένο με τοίχο. Εκεί ελεύθερα μπορούν να καταλύσουν τη νύχτα οι ξένοι και ταξιδιώτες. Δεν τους πειράζει κανείς. Και στα άλλα χωριά τα μη χριστιανικά ήτανε και είναι ακόμα κάποιο χάνι, όπου μπορούν να μείνουν.
Tρεις μήνες περιπλανηθήκανε έτσι. Άλλοτε πάνω σε ράχες ψηλών βουνών κι άλλοτε σε πεδιάδες και χαράδρες βαθιές, όπου περνούσε το μονοπάτι. Συναντήσανε κι είδανε ένα σωρό πράματα παράδοξα. Είδανε ανθρώπους να λατρεύουνε δέντρα αιωνόβια και βράχια πελώρια και ποτάμια βαθιά.
Στα σύνορα κοντά του Σουδάν απαντήσανε τους Γκιμίρα, μια ράτσα μισοάγρια που στα πρόσωπά τους, για καλλωπισμό, χαράζουνε σειρές-σειρές ένα ανάγλυφο τατουάζ και στους παραμορφωμένους λοβούς των αυτιών τους περνούν χοντρές βέργες από ελεφαντόδοντο και χαλκάδες ξύλινους.
Στα νότια της Κάφφα, συναντήσανε τους Μεκάν.
Αυτοί πάλι κρατούνε κοντά τους, στις καλύβες τους μέσα, τα πτώματα των νεκρών τους, επί ένα χρόνο, ραμμένα μέσα σε δέρματα ζώων,
Μα ούτε πόλη ούτε λευκό άνθρωπο συναντήσανε πουθενά.
Eνα απομεσήμερο, στο έμπα πυκνού δάσους, πέσανε απάνω σε μια ομάδα «Σιφτά». Είναι οι Σιφτά ληστές. Γυρίζουνε την ύπαιθρο, πιάνουνε τα περάσματα σ' απόμερες περιοχές κι είναι ο τρόμος των καραβανιών και των πορευομένων. Είναι αιμοχαρείς και άγριοι.
Αφού ληστέψουνε τα θύματά τους, στους μεν άντρες κάνουνε τούτο: τους κόβουνε μια λουρίδα δέρμα, ώς τέσσερα δάχτυλα φάρδος, αρχίζοντας απ' το στομάχι ώς κάτω απ' τα γεννητικά τους όργανα, έτσι που αυτά να κρέμονται απάνω της. Κατά μήκος της, χαράζουνε με το μαχαίρι τους μια σχισμή και την ανοίγουνε στα δυο. Ύστερα την περνούνε στο λαιμό τους σαν γιορντάνι με τα αντρίκια όργανα να κρέμουνται μπροστά τους, τρόπαιο της αντρείας τους.
Στις δε γυναίκες κόβουνε τα στήθια. Μ' αν είναι νιες και όμορφες, τις παίρνουνε μαζί τους.
Σιφτά είχε ακόμα, σαν είμασταν στην Αιθιοπία, το 1970. Για τούτο, συχνά έβλεπες στρατιωτικές περίπολους να γυρίζουνε στην ύπαιθρο και ειδικά στους κύριους δρόμους, περάσματα, ανάμεσα σε δυο μακρινές περιοχές.
Πριν λοιπόν προφτάσουν να αμυνθούν τους ρίξανε οι Σιφτά κάτω απ' τα ζώα τους. Τους πήρανε τα όπλα κι ό,τι άλλο είχανε, κι αφού τους δείρανε, τους αφήσανε ολόγυμνους μέσα στο δάσος και φύγανε. Κακό άλλο δεν τους κάμανε.
Ωρες βαδίζανε χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνανε. Άρχισε να νυχτώνει. Το κρύο έτσουζε. Μόλις σκοτείνιαζε, τ' αγρίμια θα έβγαιναν για το νυχτερινό κυνήγι τους. Αγωνία άρχισε να τους κυριεύει.
Ξάφνου, διακρίνανε πλατύ ξέφωτο και καμιά δεκαριά καλύβες στην πλαγιά χαμόλοφου. Αρχίσανε τότε να τρέχουνε προς τα κει. Σαν πλησιάσανε, πιάσανε να φωνάζουνε και να καλούνε τους ανθρώπους. Χιμήξανε τότε σκυλιά πολλά κατά πάνω τους. Όλα τα αιθιοπικά χωριά είναι γεμάτα σκυλιά. Βγήκανε συνάμα και μέσα από τις τουκούλες (αιθιοπικές καλύβες) άνθρωποι, Αιθίοπες και τρομάξανε σαν είδανε τούτα τα δυο άσπρα ολοτσίτσιδα φαντάσματα, που προσπαθούσαν με κλαδιά που κρατούσαν στα χέρια τους να κρύψουνε τη γυμνότητά τους.
Ήτανε βοσκοί οι Αιθίοπες, χριστιανοί, της φυλής Αμχάρα. Τους λυπηθήκανε. Τους πήρανε μέσα. Τους δώσανε από ένα ρούχο να σκεπάσουνε τη γύμνια τους κι από μια προβιά για πανωφόρι, να ζεσταθούνε. Τους φέρανε ίνζερα (αιθιοπικό ψωμί, είδος γαλέτας) και τεντζ (υδρομέλι) και γάλα ζεστό να πιουν. Κι αφού φάγανε, ξαπλώσανε μέσα στην καλύβα, δίπλα στους βοσκούς και κοιμηθήκανε.
Την άλλη μέρα, αυτοί τους κατατοπίσανε. Η Τζίμμα δεν ήτανε μακριά. Μια μέρα δρόμο μονάχα. Εκεί θα βρίσκανε ό,τι τους χρειαζόταν. Τους φχαριστήσανε οι δικοί μας και ξεκινήσανε πεζοί και άοπλοι.
Όλη τη μέρα βαδίζανε. Είχε βραδιάσει πια και ούτε στη Τζίμμα φτάσανε, μα ούτε χωριό συναντήσανε κανένα. Είχανε χάσει το δρόμο τους. Εκεί, ο θείος άρχισε, λέει, να ριγεί από δυνατό πυρετό. Αδύνατο να προχωρήσει. Και τότε ο νιος, αναπάντεχα, αναλύθηκε σε λυγμούς. Του φάνηκε πως όλα εδώ είχανε τελειώσει. Πως θα χάνονταν και θα πέθαιναν σε τούτο τον άγνωστο τόπο και κανείς ποτέ δε θα μάθαινε τι έγιναν. Κι έκλαψε ώρα πολλή.
Ξαφνικά, ανάμεσα στα δάκρυά του, του φάνηκε πως είδε σωρό μικρά αστέρια να 'χουνε κατέβει και να κάθονται στη ράχη κάποιου λόφου, στο βάθος του ορίζοντα. Σταυροκοπήθηκε. Και σηκώθηκε να εξιχνιάσει τι ήτανε τούτο που έβλεπε. Κατάλαβε τότε πως ήτανε φωτιές που φέγγανε σε κατοικιές ανθρώπων.
Πήρε τότε το θείο του στη ράχη του και άρχισε να περπατά προς τον ευλογημένο λόφο. Σαν έφτασε, άρχισε να φωνάζει μ' όλη του τη δύναμη, όπως και στους βοσκούς. Τα ίδια πάλι, τα σκυλιά ρίχτηκαν και τά πάνω τους. Κι οι άνθρωποι βγήκαν και τους κοίταζαν ξαφνιασμένοι. Με τα λίγα αμαρένια που ξέρανε (γλώσσα καταληπτή λίγο-πολύ απ' όλες τις φυλές στην Αιθιοπία) αρχίσανε πάλι να τους εξηγούνε: δεν ήτανε οχτροί, όχι. Ούτε κακοποιοί! Οδοιπόροι χαμένοι ήτανε. Χριστιανοί. Γραικοί. Κι αυτά κι αυτά είχα να πάθει.
Και τους παρακαλούσανε να τους αφήσουν να καταλύσουν στο χωριό τους τούτη τη νύχτα.
Μαζευτήκανε τότε οι πιο ηλικιωμένοι της σύναξης και μιλήσανε μεταξύ τους. Ύστερα κάτι είπανε σ' ένα νεότερο κι αυτός έφυγε τρέχοντας. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να μιλούν, χωρίς απόκριση να τους δώσουνε καμιά.
Τέλος, ξανάρθε ο νέος άνδρας και κάποια απάντηση τους έφερε.
Είπανε τότε οι γεροντότεροι στους δικούς μας να τους ακολουθήσουν. Και ξεκινήσανε όλοι μαζί και τραβήξανε μέσα στο χωριό. Εκεί, μπροστά σε μια στρογγυλή τουκούλα (καλύβα), μεγαλύτερη κι επισημότερη απ' τις άλλες, σταθήκανε κι ένας τους, ο γεροντότερος, τους έγνεψε να μπουν. Μπήκανε ύστερα κι οι άλλοι ξοπίσω τους.
Eίδανε τότε, λέει, έναν εκατόχρονο Αιθίοπα, με γένεια και μαλλιά άσπρα μπαμπάκι, να κάθεται σε ένα σκαμνί στη μέση της τουκούλας. Τους έκανε νεύμα με το χέρι να πλησιάσουν. Τους κοίταξε καλά- καλά: το παλικάρι κι έπειτα το θείο. Ύστερα μίλησε σε ακατανόητη για τους δικούς μας διάλεκτο. Ένας εξήγησε στην αμαρένια γλώσσα:
-Τους δέχονταν, είπε, ο αρχηγός να μείνουνε στο χωριό ετούτη τη νύχτα.
Τους οδήγησαν λοιπόν σε μια ευρύχωρη καλύβα, στρώσανε καταγής ψάθες κι από πάνω προβιές, τους φέρανε μπόλικο ζεστό φαΐ να δειπνήσουνε και τους αφήσανε να κοιμηθούνε.
Το άλλο πρωί, άμα ξυπνήσανε, το παλικάρι, σπρώχνοντας την πόρτα της καλύβας για να βγει, είδε τούτο κι ανησύχησε: μπροστά στην πόρτα στέκονταν δυο οπλισμένοι Αιθίοπες. Τόνε σταματήσανε και του 'πανε να τους ακολουθήσει. Τόνε φέρανε μέσα στη μεγάλη καλύβα, σαν ψες βράδυ, μπροστά στο γέροντα αρχηγό. Αυτός, κοιτάζοντάς τον κατάματα, είπε:
-Ο θείος σου μπορεί να φύγει όποτε θέλει. Μα συ θα μείνεις εδώ.
Αυτά τα εξήγησε πάλι εκείνος που έκανε το διερμηνέα.
Και συνέχισε ο αρχηγός:
- Ήρθε, είπε, εδώ και πολύ καιρό, στον ύπνο του το πνεύμα του προκατόχου του αρχηγού και του 'πε πως στέλνει αυτόν που ήτανε ταγμένος να τονε διαδεχτεί: Ένα ξένο παλικάρι με λευκό πρόσωπο. Ήτανε, του 'πε, στο δρόμο κι ερχόταν. Απ' τη νύχτα εκείνη τόνε περίμενε. Δεν είχε το δικαίωμα να τον αφήσει να φύγει. Μα τόνε παρακάλαγε να μείνει και με τη δική του θέληση.
Τρόμαξε, ακούοντας τούτα, το παλικάρι. Μα δεν καταδέχτηκε να δείξει πως φοβήθηκε. Και καμώθηκε πως δεχόταν ανέμελα. Υποσχέθηκε όμως κρυφά στο θείο του πως γρήγορα θα έφευγε και θα πήγαινε να τόνε βρει. Έτσι, ύστερα από μέρες, αφού γιατρεύτηκε και δυνάμωσε, ο θείος αποφάσισε να φύγει. Τότε ο γέροντας του έδωσε δώρα, όπλο και άλογο καλό, προμήθειες για το δρόμο κι ανθρώπους του να τόνε συνοδέψουνε και να τόνε βάλουνε στη σίγουρη πίστα για τη Τζίμμα. Έφυγε λοιπόν ο θείος και το παλικάρι έμεινε.
Στην αρχή, για να δίνει θάρρος στον εαυτό του, σκεφτόταν πως, άμα το αποφάσιζε, θα τα κατάφερνε να δραπετέψει. Ύστερα, για να απασχολεί τη σκέψη του, άρχισε να ανακατεύεται με τους νέους του χωριού, να δουλεύει τη γη μαζί τους, να τους ορμηνεύει για την καλλιέργεια, απ' όσα ήξερε απ' την πατρίδα. Κι εκείνοι τον άκουγαν και τον υπολογίζανε.
Άλλοτε πάλι έφευγε με τους βοσκούς, οδηγώντας τα κοπάδια σε αψηλές νομές. Εδώ απάνω, στ' αψηλά πλατώματα, αντίκρυ στον αχανή ορίζοντα, ανακάλυψε τότε τη μεγαλοπρέπεια της φύσης, το ασύλληπτο μυστήριο του Ουρανού με τις μυριάδες, τη νύχτα, αστέρια κι ένιωθε για πρώτη φορά τόσο κοντά σ' αυτόν την ψυχή του. Τέτοια γαλήνη ποτέ του δεν είχε γευτεί!
Και οι αρχέγονοι τούτοι βοσκοί, που ζούσε ανάμεσά τους, ήτανε αγνοί και υπερήφανοι. Χίλιες φορές του δόθηκε η ευκαιρία να εκτιμήσει τον τίμιο χαρακτήρα τους.
Κι αισθανόταν τώρα ντροπή και μεταμέλεια μέσα του που στην αρχή τους λογάριαζε κατώτερους και ανάξιούς του. Τώρα κάτεχε τη μητρική τους διάλεκτο και δύνοταν να βουλεύεται και να συζητά για όλα τα θέματα μαζί τους.
Είχε λοιπόν καλά διαπιστώσει πως οι πρωτόγονοι τούτοι Αιθίοπες, απόγονοι της παλαιάς φυλής των Αγγάο (οι Αθαγανοί των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων), ήτανε σοφοί χωρίς να το δείχνουμε και «άνθρωποι» χωρίς να το καυχιούνται.
Σιγά-σιγά τους αγάπησε.
Μια μέρα αρρώστησε ο γέρος αρχηγός.
Φώναξε τότε το παλικάρι στην καλύβα του μέσα και του μίλησε μπροστά στους γεροντότερους, έτσι: Του άφηνε, είπε, το χωριό και τους ανθρώπους του στα δικά του χέρια. Και τους μυαλωμένους ετούτους γέροντες να τόνε συμβουλεύουν και να του παραστέκονται. Τον όρκιζε και παρακαλούσε να μην εγκαταλείψει το χωριό, μα να πάρει τη θέση του και να μείνει παντοτινά μαζί τους.
Έβγαλε ύστερα ένα φυλαχτό που κρεμόταν στα στήθια του και του το πέρασε στο λαιμό. Έβαλε ακόμα τις δυο παλάμες του ανοιχτές στο κεφάλι απάνω του νιου και του 'δωκε την ευχή του. Τη νύχτα εκείνη πέθανε. Μα και την ίδια νύχτα συνέβηκε και στο παλικάρι ετούτο: ενώ μέσα στο μυαλό του ένα σωρό σκέψεις παλεύανε, ακόμα κι η σκέψη, παρ' όλο το λόγο που έδωσε στο γέροντα, να φύγει, είδε, λέει, μπροστά του ολοζώντανο τον Άγιο του νησιού του και του 'πε:
- Εδώ να μείνεις. Εδώ είσαι ταγμένος!
Έκαμε ώρες να συνέλθει το παλικάρι. Πενήντα δυο χρόνια είχανε περάσει από τότε και δεν έφυγε...
Η Κάφφα είναι η μεγάλη καρεδοπαραγωγική περιοχή της Αβησσυνίας. Εδώ, λέει η παράδοση, ανακαλύφθηκε ο καφές, όταν οι βοσκοί που ζούσαν στα μέρη ετούτα παρατηρήσανε τα κοπάδια τους να πηδούν και να κάνουνε ασυνήθιστα πράματα, άμα τρώγανε τους μικρούς καρπούς κάποιου χαμηλού αγριόδεντρου. Κατάλαβαν τότε πως οι κόκκοι τούτοι είχανε τονωτική ιδιότητα.
Αρχίσανε λοιπόν να τους μαζεύουν και να τους καταναλώνουν, βράζοντάς τους στην αρχή, καβουρντίζοντάς τους και αλέθοντάς τους αργότερα. Με τον καιρό αρχίσανε να φυτεύουν και να καλλιεργούν το δέντρο.
Τον 15ο αιώνα οι Άραβες πήραν από δω και καλλιεργήσανε το καφεδονδενδρο στη Γεμένη. Αργότερα η καλλιέργειά του πέρασε στη Γιάβα και τη Βραζιλία. Το 1965 έως το 1967, η ετήσια παραγωγή καφέ της Κάφφα είχε υπολογιστεί σε 65 με 75 χιλιάδες τόνους.
Με τη γρήγορη και σωστή αντίληψή του, κατάλαβε το παλικάρι πως το μέλλον της περιοχής ολόκληρης ήτανε ο καφές που ώς τότε καλλιεργούσαν με πρωτόγονα μέσα. Μελέτησε το θέμα. Πήρε συμβουλές, όπου μπόρεσε, κι επιδόθηκε στη μεθοδική καλλιέργεια κι εξάπλωσή του. Έκανε φυτείες. Έχτισε εργοστάσιο. Έφερε μηχανήματα που καθάριζαν και διάλεγαν τον καρπό. Στο σκοπό του τούτο είχε συμπαραστάτη και συνέταιρο ολόκληρο το χωριό. Μέσα σε λίγα χρόνια, στρατός τα ζώα, φορτωμένα με πρώτης ποιότητας απ' τον περιζήτητο αυτό καρπό, κατέβαιναν από εδώ στη Τζίμμα κι από κει με καμιόνια πήγαιναν στη Μασσάγουα, το μεγάλο λιμάνι της Αβησσυνίας στην Ερυθρά Θάλασσα, και από κει σ' όλα τα λιμάνια της γης...
Μετέφερε ακόμα το χωριό και το έχτισε σε και ταλληλότερο τόπο, λίγο πιο μακριά απ' το παλιό. Με καλύβες υγιεινές, με σχολειό και νοσοκομείο. Έφερε μηχανήματα και το ηλεκτροφώτησε.
Τώρα, που άνοιγε η Αγγαρό-Μπεντελέ Χάι-Γουέι, οι τόνοι του καφέ θα μεταφέρονταν από δω, τον τόπο της παραγωγής, με καμιόνια κατευθείαν στη Τζίμμα και Μασσάγουα κι από κει σ' όλους τους τόπους της Οικουμένης.
Mίλησε ώρα πολλή. Μιλούσε ήρεμα, μετρημένα, όμορφα. Είχε μαλλιά χιονάτα, κατακάθαρη φορεσιά, δουλεμένα, τριμμένα χέρια και σκούρα διαπεραστικά μάτια που στο βάθος τους λαμπύριζε μια φλόγα ψυχικής λεβεντιάς.
Αργότερα, στην Αντίς Αμπέμπα, έμαθα πως σπούδαζε με έξοδά του φτωχά αριστεύοντα Ελληνόπουλα της πατρίδας σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια.
- Και δε γυρίσατε ποτέ στην Ελλάδα, στο τέλος τόνε ρώτησα.
- Ναι, είπε. Σαν τέλειωσε ο τελευταίος πόλεμος, αποφάσισα να ταξιδέψω στο νησί μου. Μα δε βρήκα πια κανένα. Οι γέροι είχαν πεθάνει κι οι νιοι δε με ξέρανε. Ξαναγύρισα λοιπόν εδώ. «Εδώ ήμουνα ταγμένος!...»
- Και ο θείος σας;
- Έμαθα, στην αρχή, από Αιθίοπες ταξιδιώτες, πως είχε περάσει τα σύνορα της Ουγκάντας. Ύστερα, ποτέ δεν τον είδε πια κανείς.
Eίχε προ πολλού δύσει ο ήλιος, σα γύρισε ο Ασάφα. Στο μεταξύ, εμείς μιλώντας είχαμε κάνει το γύρο του χωριού. Σεργιανήσαμε το εργοστάσιο, το σχολειό, είδαμε το δάσκαλο και τους γέροντες και παίρναμε καλοσωρίσματα στο διάβα μας κι ανταποδίναμε χαιρετισμούς. Μπροστά στο μεγάλο σπίτι, το τζιπ μας περίμενε. Πλησιάσαμε. Σταθήκαμε αμίλητοι αρκετά λεπτά, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο κατάματα. Κι αυθόρμητα τον αγκάλιασα και τόνε φίλησα και στα δυο τα μάγουλα. Με συγκίνηση με ανταπόδωσε τον ασπασμό.
Τόνε χαιρέτησε φιλικά κι ο Ασάφα. Μπήκαμε στο τζιπ και ξεκινούσαμε, όταν ξάφνου μια συναρπαστική εικόνα θάμπωσε τα μάτια μας: το χωριό ολόκληρο σαν από θαύμα σ' ένα δευτερόλεπτο μέσα, είχε φωταγωγηθεί (η ηλεκτρική γεννήτρια) κι έλαμπε. Τρόπαιο νίκης, θαρρείς, ενάντια στο σκοτάδι. Όλοι οι χωριανοί είχανε κατέβει στην πλατεία να μας ξεπροβοδήσουν.
Ώρα αρκετή, καθώς απομακρυνόμασταν, διακρίναμε ακόμα τη σβέλτη σιλουέτα του Έλληνα αρχηγού- Πρωτεργάτη που, κουνώντας το χέρι, μας έστελνε ένα τελευταίο χαιρετισμό.
Eτσι γνώρισα τον Άνθρωπο του Αγγάρο. Χρόνια πολλά περάσανε από τότε. Δεν έπαψα κι ούτε θα πάψω ποτέ να τον θυμούμαι. Γιάννης Ληξουριωτάτος ήτανε τ' όνομά του. Κι ήτανε γεννημένος στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς.
Αικατερίνα Εξάρχου
Μασσαλία, Αύγουστος 1980