Ο Αμπέμπε Μπικίλα


                                              

                                 Η παραμυθένια ζωή του ξυπόλυτου Ολυμπιονίκη

  Μια ιστορία που μοιάζει με παραμύθι. Το όνομα του πρωταγωνιστή; Αμπέμπε Μπικίλα. Ο Αιθίοπας μαραθωνοδρόμος,  που την 10η Σεπτεμβρίου του 1960, έκανε την έκπληξη και κατακτούσε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς      Αγώνες της Ρώμης, τρέχοντας… ξυπόλυτος (έτσι έμεινε στην ιστορία). Τι άλλο γνωρίζουμε όμως για την ιστορία του μακαρίτη πια, Αμπέμπε; 

  Τα πρώτα χρόνια Το πρώτο φως της ζωής του, ο Αμπέμπε Μπικίλα, το είδε στην πόλη Ζάτο, της Αιθιοπίας, στις 7 Αυγούστου του 1932. Τυχαίο ή όχι, εκείνη την ημέρα, στο Λος Άντζελες, πραγματοποιούταν ο μαραθώνιος των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο πατέρας του Μπικίλα, ήταν βοσκός, με αποτέλεσμα ο νεαρός, να αναγκαστεί να μπει στην Βασιλική Φρουρά, προκειμένου να μπορέσει να βοηθήσει την οικογένειά του. Η γνωριμία που άλλαξε τη ζωή του    Μπικίλα, ήταν εκείνη με τον Όνι Νισκάνεν. ΟΦινλανδός προπονητής, είχε προσληφθεί από την Κυβέρνηση της     Αιθιοπίας, προκειμένου να γυμνάσει την φρουρά και να διαπιστώσει το αν μέσα σε αυτήν, υπήρχαν αξιόλογοι αθλητές.    

   Παρά το ότι ο Μπικίλα έδειχνε χαρισματικός, η είσοδός του στην Ολυμπιακή ομάδα της πατρίδας του, το 1960,   ήταν καθαρά θέμα τύχης. Στην θέση του Αμπέμπε, είχε επιλεγεί ο Γουάμι Μπιράτου, ο οποίος λίγες ώρες πριν από   την αναχώρηση για τη Ρώμη, είχε σπάσει τον αστράγαλό του, κατά την διάρκεια αγώνα ποδοσφαίρου!!! Έτσι λοιπόν, την θέση του πήρε ο 28χρονος τότε Μπικίλα, που μαζί με τον Μάμο Γουόλντε, εκπροσώπησαν την χώρα. 

Η καταξίωση

  Και φτάνουμε στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ρώμης. Είμαστε λίγες ημέρες πριν από τον Μαραθώνιο και ο Αμπέμπε φτάνει, προκειμένου να πάρει παπούτσια από τον χορηγό της διοργάνωσης. Παπούτσια δεν υπήρχαν πολλά και έτσι, έπρεπε να «βολευτεί» με ό,τι υπήρχε. Έτσι λοιπόν ο Αιθίοπας, βρήκε ένα ζευγάρι παπούτσια     που δεν του ταίριαζε απόλυτα, τα φόρεσε και ξεκίνησε τις προπονήσεις. Και κάπου εκεί φτάνουμε και στην ημέρα του αγώνα. Λίγες ώρες πριν από την έναρξη της κούρσας, ο Μπικίλα, παίρνει την μεγάλη απόφαση. Από την   στιγμή  που τα παπούτσια του χορηγού, δεν του έκαναν, θα αγωνιζόταν ξυπόλυτος. Ο προπονητής του, Όνι Νισκάνεν, δεν είχε αντίρρηση και έτσι φρόντισε να τον προετοιμάσει. 

  Ο Φινλανδός, γνώριζε καλά πως απόλυτο φαβορί για την κατάκτηση του χρυσού, ήταν ο Ραντί Μπεν  Αμπντεσελαμ, από το Μαρόκο, ο οποίος έτρεχε πάντα με το νούμερο 26. Έτσι λοιπόν, από την στιγμή που ο Μπικίλα,δεν υπολογιζόταν ως φαβορί για τον αγώνα, του ζήτησε να ψάξει το νούμερο 26 και να προσπαθήσει να μείνει κοντά του.

  Το πρόβλημα σε αυτό, ήταν το ότι ο Μαροκινός, έκανε την έκπληξη και αντί για το 26, φόρεσε το νούμερο 185. Η κούρσα ξεκίνησε και ο ξυπόλυτος Μπικίλα, αφού είδε τους αντιπάλους του να τον χλευάζουν για το ότι έτρεχε έτσι, περνούσε τον ένα μετά τον άλλο, αναζητώντας το νούμερο 26. Έτσι λοιπόν, από τα μέσα του αγώνα και μετά, ο Μπικίλα ήταν μαζί με τονΑμπντεσελάμ στις πρώτες δύο θέσεις, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ότι εκείνος ήταν ο     μεγάλος του αντίπαλος, συνεχίζοντας να ψάχνει το νούμερο 26!! Το αποτέλεσμα ήταν το ότι οι δυο τους, συνέχισαν να προηγούνται μέχρι τα τελευταία 500 μέτρα του Μαραθωνίου. Εκεί, ο Μπικίλα με ένα σπριντ, πήρε τη νίκη, με   χρόνο 2:15:16, κάνοντας ρεκόρ, ενώ ταυτόχρονα γινόταν ο πρώτος έγχρωμος που κέρδιζε σε Μαραθώνιο. Όσο για  την απάντησή του, στο ερώτημα γιατί έτρεχε ξυπόλυτος; Ο Μπικίλα, έδειξε πως ξέρει να «χειρίζεται» τον Τύπο: «Ήθελα να δείξω στον κόσμο το ότι στην πατρίδα μου, την Αιθιοπία, πάντοτε κερδίζουμε με αποφασιστικότητα και ηρωϊσμό».

«Το χρυσό μετάλλιο του έσωσε τη ζωή» 

  Λίγους μήνες μετά τον θρίαμβό του στην Ρώμη, ο Αμπέμπε Μπικίλα, είχε επιστρέψει στην κανονική του ζωή. Όντας μέλος της προσωπικής φρουράς του Σελασιέ, ο Μπικίλα πήρε μέρος σε «σύσκεψη» που είχε καλέσει ο γιος του Αυτοκράτορα, Ασφά Γόσεν, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την απουσία του πατέρα του στην Βραζιλία, έπεισε τους περισσότερους να αποστατήσουν και να επιχειρήσουν να δολοφονήσουν τον Σελασιέ.

  Μετά από μάχη στο κέντρο της Αντίς Αμπέμπα, ο Σελασιέ, είδε τους πιστούς του φρουρούς να νικούν τους αντιπάλους του και έτσι να καταπνίγει την εξέγερση. Μετά από εκείνο το σημείο, οι περισσότεροι από τους    φρουρούς του Αυτοκράτορα, είχαν χάσει τη ζωή τους, ενώ οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους απολύθηκαν και διασκορπίστηκαν στην Αιθιοπία. Ο Μπικίλα, δεν έλαβε μέρος στην μάχη, ωστόσο δεν ήταν λίγοι εκείνοι που   θεώρησαν πως το χρυσό μετάλλιο του είχε σώσει τη ζωή. Αυτό άλλωστε ανέφερε και τοπική εφημερίδα με εκτενές δημοσίευμά της.

Επιστροφή στην δράση

   Από το 1961 και μετά, ο Μπικίλα έτρεξε σε πολλούς μαραθωνίους (ένας από αυτούς και στην Ελλάδα),   κατακτώντας τη νίκη. Σε όλους, εκτός από εκείνον της Βοστώνης, το 1963, στον οποίο τερμάτισε πέμπτος. Ήταν ο πρώτος αγώνας της καριέρας του Μπικίλα που δεν κατάφερε να πάρει τη νίκη. Μετά από τον ατυχή αγώνα για   εκείνον, ο Μπικίλα επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου και συνέχισε να προετοιμάζεται για το 1964 και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. 

  40 ημέρες πριν από την έναρξη των αγώνων του Τόκιο, κατά την διάρκεια προπόνησης, ο Μπικίλα αισθάνθηκε έντονους πόνους, ωστόσο συνέχισε την προπόνησή του, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει. Αιτία αυτού, ήταν μια   κρίση σκωληκοειδίτιδας, με τον 32χρονο να περνάει από το χειρουργείο και να ξεκινάει προπονήσεις πριν καν «δέσουν» τα ράμματα.

Μαραθώνιος ξανά

  Το 1964,  ο Μπικίλα έτρεξε κανονικά στον Μαραθώνιο. Αυτή τη φορά μάλιστα, δύο εταιρείες έδωσαν μάχη για να  τον προμηθεύσουν με παπούτσια, με τον Αφρικανό να βρίσκει –επιτέλους- αθλητικά στο νούμερό του. Έτσι λοιπόν, έτρεξε κανονικά την κούρσα του, κατακτώντας το Χρυσό Μετάλλιο, με χρόνο 2.12.11 ο οποίος αποτελούσε και νέο Παγκόσμιο Ρεκόρ. Κατά την είσοδό του στο στάδιο, 70.000 κόσμος τον αποθέωσε, ενώ λίγο αργότερα μάθαινε πως ήταν ο πρώτος Μαραθωνοδρόμος που κατακτούσε χρυσό μετάλλιο σε δύο Ολυμπιακούς Αγώνες.

  Η επιστροφή του στην Αιθιοπία, ήταν κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή. Ο Μπικίλα επέστρεψε ως ήρωας στην χώρα του, με τον αυτοκράτορα Χάιλε Σελασιέ να τον προβιβάζει και να παίρνει και προσωπικό αυτοκίνητο ως δώρο, έναν λευκό σκαραβαίο. 

  Η ατυχία ήρθε να χτυπήσει την πόρτα του 36χρονου πλέον αθλητή, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968. Εκεί, ο Μπικίλα, αναγκάστηκε να αποχωρήσει μετά από τα 17 πρώτα χιλιόμετρα λόγω τραυματισμού. Οι κακές γλώσσες, θέλουν τον Αφρικανό να τραυματίζεται μία ημέρα νωρίτερα, σπάζοντας ένα μικρό κόκκαλο του ποδιού του, ενώ   έτρεχε ξυπόλυτος. Έτσι λοιπόν, αναγκάστηκε να παρακολουθήσει τον φίλο του, Μάμο Γουόλντε να κατακτά το    χρυσό μετάλλιο. Μετά το τέλος του αγώνα μάλιστα, ο συμπατριώτης του Μπικίλα, δήλωνε πως «Αν ο Αμπέμπε δεν αποχωρούσε, σίγουρα θα είχε κατακτήσει το χρυσό».

Όταν η μοίρα του γύρισε την πλάτη

  Το 1969, ο Αμπέμπε Μπικίλα, είδε το παραμύθι του να χαλάει. Οδηγούσε τον σκαραβαίο του, στους δρόμους της Αντίς Αμπέμπα, όταν αναγκάστηκε να κάνει έναν επικίνδυνο ελιγμό, για να αποφύγει μια μαθητική διαμαρτυρία. Σε εκείνο το σημείο, ο Μπικίλα έπεσε σε μία τάφρο και παγιδεύτηκε στο αυτοκίνητό του. Όταν τον έβγαλαν από εκεί, άπαντες σοκαρίστηκαν στο άκουσμα της είδησης που τον ήθελε να έχει μείνει τετραπληγικός. Μετά από μια σειρά επεμβάσεων, ο Χρυσός Ολυμπιονίκης, κατάφερε να περιορίσει τη «ζημιά» και να είναι παραπληγικός εκεί, ήρθε και   πάλι ο καλός του φύλακας, Νισκάνεν, ο οποίος τον έπεισε να αγωνιστεί ως τοξοβόλος σε αγώνες για ανθρώπους σε καροτσάκι. Ο Μπικίλα, γελώντας τόνισε πως ακόμη κι έτσι θα έπαιρνε ένα ακόμη χρυσό μετάλλιο.

  Το τέλος του παραμυθιού

  Το τέλος του παραμυθιού ήταν πικρό και σύντομο. Στις 25 Οκτωβρίου του 1973, ο Αμπέμπε Μπικίλα, σε ηλικία 41 ετών, άφηνε την τελευταία του πνοή, λόγω εγκεφαλικής αιμορραγίας. Το πρόβλημα αυτό δυστυχώς, δεν το είχε ξεπεράσει από την ημέρα του ατυχήματός του, με αποτέλεσμα τέσσερα χρόνια μετά να του στερήσει τη ζωή και να αφήσει πίσω τη σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά του. Η κηδεία του, έγινε στην Αντίς Αμπέμπα, με 75.000 κόσμου να   του συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία. Ανάμεσα σε αυτούς και ο Αυτοκράτορας Χάιλε Σελασιέ, ο οποίος όρισε την ημέρα ως ημέρα Εθνικού Πένθους για τηνΑιθιοπία.

  Στους μύθους πάντως σχετικά με τη ζωή του Αμπέμπε Μπικίλα, υπήρχαν και ορισμένες μαύρες σελίδες, οι  οποίες    πάντως είναι ανεπιβεβαίωτες. Σύμφωνα με αυτές, ο Μπικίλα, μετά τη νίκη του στουςΟλυμπιακούς του  1964, αναλώθηκε σε αλκοόλ και ύβρεις, με το αλκοόλ να είναι ο λόγος που δεν κατάφερε να τερματίσει το 1968. Όλα αυτά όμως ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, καθώς πρόκειται για ανεπιβεβαίωτα δημοσιεύματα. Όπως και να ‘χει όμως, ένας πραγματικά μεγάλος άντρας δεν μπορεί να έχει μόνο φίλους, Θα έχει και εχθρούς. Και ο Αμπέμπε Μπικίλα ήταν μεγάλος, έστω και 

αν το παραμύθι του δεν είχε Happy End.

Επιμέλεια: Κυριάκος Ζαράνης  http://www.sportaction.gr    

                       


                                           

Η Κατάκτηση της Ρώμης

   Ο αληθινός πόλεμος, είχε ξεκινήσει από το 1887, όταν οι Ιταλοί εκστράτευσαν εναντίον της Αιθιοπίας και νικήθηκαν από τον αυτοκράτορα Ιωάννη. Ξαναπροσπάθησαν το 1896 αλλά κατατροπώθηκαν από τον αυτοκράτορα Μενελίκ.
   Στην Τρίτη τους προσπάθεια, επί Μουσολίνι, στα 1935 κατάφεραν να νικήσουν τον αυτοκράτορα    Χαϊλέ Σελασιέ, που έφυγε στην εξορία. Εκδιώχθηκαν το 1941 και παραιτήθηκαν επίσημα το 1947. Ο     αυτοκράτορας όμως Χαϊλέ Σελασιέ ποτέ δεν παραιτήθηκε. Στα 1960, ήρθε η ώρα της εκδίκησης: Έστειλε       τον λοχαγό της αυτοκρατορικής φρουράς Αμπέμπε Μπικίλα στην Ολυμπιάδα το 1960, να κατακτήσει την   Ρώμη. Η αποστολή εξετελέσθη.
   Όταν ο 28χρονος Αιθίοπας Αμπέμπε Μπικίλα έφθασε στην Ρώμη κανένας δεν γνώριζε την ύπαρξη του. Ως  τότε άλλωστε είχε τρέξει μόλις σε τρείς μαραθώνιους, όλους μέσα στην πατρίδα του. Ποτέ κανένας δεν τον  είχε δει να αγωνίζεται κι ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής. Μόνο ο αυτοκράτορας και ο Σουηδός προπονητής του Όνι Νίσκανεν πίστευαν στις ικανότητες του.
   Η έκπληξη των ειδικών έγινε χλευασμός, όταν τον είδαν να παίρνει θέση στην αφετηρία ξυπόλυτος. Ο   αγώνας γινόταν σε πλακόστρωτους δρόμους και όλοι πίστευαν ότι τα πόδια του «θα έπαιρναν φωτιά». Ο   κακός φωτισμός της πόλης ενισχύθηκε από δάδες που κρατούσαν στρατιώτες αφού η κούρσα ξεκίνησε   βράδυ.
   Ο Μπελίκα και ο προπονητής του είχαν ετοιμάσει στρατηγικό σχέδιο. Αν όλα πήγαιναν καλά, ο Αιθίοπας   θα ξεκινούσε την επίθεση του για νίκη από συγκεκριμένο σημείο, δύο χιλιόμετρα πριν από το νήμα.
Έτσι κι έγινε. Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο, ο Μπικίλα αποσπάστηκε με φοβερή δύναμη. Ο Μαροκινός Αμπντελασέμ, φαβορί, ως εκείνη την ώρα, έμεινε πίσω. Ο Αιθίοπας πέταξε στη νίκη με ευκολία και χρόνο     2 ώρες 15. 16 που αποτελούσε νέο παγκόσμιο ρεκόρ.
   Αργότερα, αποκάλυψε ότι στο σημείο που ξεκίνησε την επίθεση του ήταν στημένος ένας οβελίσκος που     είχε κλαπεί από την πατρίδα του και είχε μεταφερθεί σαν λάφυρο από τα ιταλικά στρατεύματα μετά την  εισβολή    του Μουσολίνι στη χώρα του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Τόκιο, ο Μπικίλα νίκησε πάλι στον μαραθώνιο     με χρόνο 2 ώρες 12.11. αυτ΄γ τη φορά φορούσε παπούτσια στα πόδια.
   Το 1969 οδηγώντας το Φολκσβάγκεν που του χάρισε ο αυτοκράτορας, τράκαρε με φορτηγό, έσπασε τον     λαιμό του και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Έμεινε παράτυτος από τη μέση και κάτω. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 1973, ο Αμπέμπε Μκικίλα πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία σε ηλικία 41 χρονών.
 
Από την ιστοσελίδα: www.nextschool.gr/papadopoulos

 


Comments