Η Χρυσή Γη της Αιθιοπίας

                                           


                                                      Η ΧΡΥΣΗ ΓΗ ΤΗΣ ΑΙΘΙΟΠΙΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό λένε πως δυο άνθρωποι ξένοι πάτησαν τα χώματα της Αιθιοπίας. Ήτανε από αυτούς που ξεκινούν απ’ τα μέρη της Δύσης, που γράφουν στα κιτάπια τους για όσα συναντήσουν στο διάβα τους, για όσα αντικρίσουνε που ψάχνουνε μες στο άθωρο και για όλα κάνουν συλλογισμούς. Ταξίδεψαν σ’ ολάκερη τη χώρα από το Βορρά ως το Νότο κι από τη Δύση στην Ανατολή.

Δεν άφησαν γωνιά για γωνιά που να μην περπατήσουν και τόπο που να μη σταθούν. Ανέβηκαν σε λόφους και ψηλά βουνά, πέρασαν ποτάμια. Μπήκαν σε δάση και διάβηκαν τη σαβάνα, γνώρισαν λογιών λογιών χωριά, τα παπούτσια τους σκονίστηκαν σ’ όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια. Κι όλο γράφανε και κουβέντιαζαν για όλα και φυλάκιζαν τον τόπο σε χαρτιά και σε χάρτες.

Τα μαντάτα έφτασαν στα αυτιά του μεγάλου βασιλιά, κι αφού οι άνθρωποί του τού μίλησαν για τους δυο ξένους που έφτιαχναν χάρτες, ο βασιλιάς αποφάσισε να στείλει έναν άνθρωπο του παλατιού να τους βοηθήσει. Τούτος δω που ήξερε τα χώματα του τόπου του καλύτερα, θα οδηγούσε τα πατήματα των ξένων. Λένε τώρα, οι ιστορίες των παλιών πως κύλησαν κάμποσα χρόνια.

Οι άνθρωποι από τα μέρη της Δύσης, μάζεψαν κιτάπια πολλά και γράψανε βιβλία, αβγάτισαν οι χάρτες του τόπου κείνου, κι η δουλειά τους τελείωσε. Πήραν το δρόμο του γυρισμού για τους δικούς τους τόπους, κι ο οδηγός που τους συνόδευε τόσον καιρό, επέστρεψε στο παλάτι για να φανερώσει και να πει αυτά που είχε δει. Εκεί στάθηκε μπροστά στο θρόνο του βασιλιά, τον προσκύνησε και του λέει: «Βασιλιά μου! Οι δυο ξένοι που με έστειλες να συντροφέψω και να τους δείχνω τους δρόμους του τόπου μας, είδανε κάθε γωνιά του βασιλείου σου.

Κι όσα είδανε τα μάτια τους, τόσα κι άλλα τόσα γράψανε τα καλαμάρια τους σε κιτάπια. Είδαν από κει που ξεχύνεται ο Νείλος, τις πηγές του ποταμού και ακολούθησαν το διάβα του από τα ψηλά βουνά μέχρι τον κάμπο τον ξερό. Έψαξαν όλους τους βράχους για χρυσό και για ασήμι και ζωγράφισαν στο χαρτί τους δρόμους που περπατούνε οι πολλοί και τα περάσματα που λίγοι διαβαίνουν».

Ο βασιλιάς στοχάστηκε πολύ και συλλογίστηκε για όλα τούτα που κάμανε οι δυο ξένοι απ’ τα μέρη της Δύσης στον τόπο του λαού του. Στο τέλος λένε, πήρε την απόφαση και λέει: «Θέλω να φέρετε μπροστά μου, τούτους τους δυο ξένους. Πριν φύγουν από τα χώματά μας θέλω να τους μιλήσω!» Οι άνθρωποι του βασιλιά έκαμαν το θέλημά του και πήγαν να φέρουν τους δυο ξένους, Όταν στάθηκαν αντίκρυ του, ο βασιλιάς τους χαιρέτισε, τους έκαμε το τραπέζι και τους γέμισε με δώρα ξεχωριστά.

Σαν ήρθε η ώρα να χωριστούν και να πάνε απ’ την πόλη του βασιλιά μέχρι στο λιμάνι, για να ταξιδέψουν, ο βασιλιάς έστειλε μαζί τους ανθρώπους του παλατιού για να τους συνοδέψουν στο δρόμο. Φτάνουν καμιά φορά στο λιμάνι κι εκεί, λένε, οι υπηρέτες του βασιλιά σταμάτησαν τους ταξιδευτές και τους ζήτησαν να βγάλουν τα παπούτσια που φορούσαν. Οι υπηρέτες πήραν βούρτσες κι άρχισαν «φραστ! φρουστ!» να τρίβουν τα παπούτσια των ξένων με φροντίδα και γνοιάξιμο μεγάλο. Σαν τέλειωσαν το τρίψιμο τα έδωσαν πάλι στους ταξιδευτές.

Οι άνθρωποι από τα μέρη της Δύσης σάστισαν με όλα τούτα μα είπαν: «Θα είναι, φαίνεται, καμιά παλιά συνήθεια και παράδοση σ’ αυτόν εδώ τον τόπο…» Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ρωτούν τους ντόπιους: «Γιατί μας πήρατε τα παπούτσια και ξεσκονίσατε τα χώματα από πάνω τους;» Οι άνθρωποι του βασιλιά αποκρίνονται: «Ο βασιλιάς μας ζήτησε να σας ευχηθούμε να έχετε καλό ταξίδι, σαν κινήσετε να πάτε στους τόπους τους δικούς σας, και ακόμα, να σας πούμε: Ήρθατε από τόπο μακρινό και από μια χώρα που έχει δύναμη μεγάλη.

Με τα ίδια σας τα μάτια είδατε, πως τα μέρη μας είναι τα πιο όμορφα από όλους τους γειτονικούς τόπους. Αγαπάμε πολύ τη γη μας και το χώμα που γεννηθήκαμε. Στο χώμα αυτό φυτεύουμε τους σπόρους μας και θάβουμε τους νεκρούς μας. Ξαπλώνουμε πάνω στο ίδιο χώμα, σαν κουραστούμε από τη δουλειά και εκεί βόσκουμε τα κοπάδια μας.

Τα μονοπάτια που αντικρίσατε τόσον καιρό από τις κοιλάδες ως τα βουνά και περπατήσατε από τους κάμπους ως μέσα στα δάση, έχουν φτιαχτεί, έχουν ανοιχτεί και περπατηθεί από τα πόδια των προγόνων μας, από τα πόδια τα δικά μας και των παιδιών μας τα πόδια. Η γη τούτου του τόπου είναι ο πατέρας μας, είναι η μάνα μας και ο αδερφός μας. Σας δώσαμε τη φιλοξενία μας και δώρα ξεχωριστά. Αλλά το χώμα τούτου του τόπου, είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που μας ανήκει και, γι’ αυτό δε μας περισσεύει μήτε ένας κόκκος του…»

                                                                                                                                  Δημήτρης Β. Προύσαλης                                 

Comments