Οι Ελληνιστικοί Χρόνοι

                                             
                                            
                                                     Προτομή του Πτολεμαίου Α' Σωτήρος
 
Κατά την ελληνιστική περίοδο το ισχυρότερο και λαμπρότερο από τα κράτη που ίδρυσαν οι διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν το κράτος των Λαγιδών της Αιγύπτου.
 
Οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου, με πρώτο τον ιδρυτή του κράτους, τον Πτολεμαίο Α’ τον Σωτήρα (323/304-285 π.Χ.), έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον για την εξερεύνηση του χώρου νότια της Αιγύπτου και των ακτών της Ερυθράς θάλασσας.
 
Το ενδιαφέρον αυτό δικαιολογούνταν από την επιθυμία τους να αναζωογονήσουν το εμπόριο με τις περιοχές αυτές για να προμηθεύονται τα απαραίτητα προϊόντα και ειδικότερα τους ελέφαντες που χρησιμοποιούσαν για στρατιωτικούς σκοπούς.
 
Μια σειρά οργανωμένων εξερευνήσεων της περιοχής είχαν σαν αποτέλεσμα να κατακτήσουν την Αιθιοπία αρκετά γνωστή στον ελληνικό κόσμο. Μεταξύ των πολλών εξερευνητών ορισμένοι, κυρίως αρχηγοί αποστόλων, φιλοδόξησαν να αφήσουν γραπτές μαρτυρίες των παρατηρήσεων τους.
 
Ο πλοίαρχος Φίλων, ο οποίος ήταν αρχηγός της εξερευνητικής αποστολής στις ακτές της Αφρικής, επί Πτολεμαίου Α’ του Σωτήρος, περιέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο του «Αιθιοπικά».
 
Η αποστολή του Δαλίωνος, επί Πτολεμαίου Β’ του Φιλαδέλφου (285-247 π.Χ.), απέβλεπε στην εξερεύνηση τόσο του Νείλου όσο και των ακτών της Ερυθράς θάλασσας και έφθασε μέχρι τις περιοχές νότια της Μερόης.
 
Ο εξερευνητικός αυτός οργασμός και το διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου για τον αιθιοπικό χώρο έκανε στενότερες τις επαφές του ελληνικού κόσμου με τις αιθιοπικές φυλές και έδωσε την ευκαιρία σε μια πλειάδα ιστορικών και γεωγραφικών της εποχής να αφιερώσουν λεπτομέρειες, όχι όμως και εξίσου ακριβείς περιγραφές της περιοχής και των κατοίκων.
 
Ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (275-195 π.Χ.), ο πολυμαθέστατος από τους λόγιους της Αλεξάνδρειας, στη «Γεωγραφία» του, τοποθετεί σαφώς ορισμένες αιθιοπικές φυλές. Κατά τον Ερατοσθένη, στα βόρεια της Αιθιοπίας κατοικούσαν οι «Μεγαβάροι» (Baria) που εκτείνονταν από τον ποταμό Ασταβόρα (Atbara) προς το εσωτερικό της Ερυθραίας, επίσης οι «Βλέμμυες» (Begia), οι δε «Τρωγλοδύται» διέμεναν στις ακτές.
 
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, που έζησε κατά τους χρόνους του Καίσαρα και του Αυγύστου, στην ιστορική του συγγραφή που επιγράφεται «Βιβλιοθήκη», όταν αναφέρεται στους Αιθίοπες γράφει εκτός των άλλων και για τη φυλή των «Ιχθυοφάγων»: «Βαδίζουν γυμνοί… και έχουν τις γυναίκες τους κοινές… και όπως οι άλλοι ιχθυοφάγοι λαοί δεν πίνουν. Ζουν σε σπηλιές, σκηνές από χόρτο, κάτω από τα δέντρα ή σε τρύπες που σκάβουν στα βρύα της θάλασσας».
 
Ο Διόδωρος χωρίζει την Αιθιοπία σε δυο μέρη: την Αιθιοπία που βρισκόταν κοντά στην Αίγυπτο και εκτεινόταν μέχρι τη Μερόη και τη Νότια Αιθιοπία, της οποίας τα σύνορα προς Νότο του είναι άγνωστα. Επίσης αναφέρει ότι οι πηγές του Νείλου βρίσκονται στους πρόποδες ενός μεγάλου βουνού σε απομακρυσμένη περιοχή της Αιθιοπίας και ότι το συνολικό μήκος του Νείλου είναι 12.000 στάδιοι. Γνωστοί επίσης του είναι και οι 3 παραπόταμοι του Νείλου.
 
Ο Στράβων (65 π.Χ.-23 μ.Χ) είναι ο κατεξοχήν γεωγράφος της εποχής αυτής. Στα «Γεωγραφικά» του που αποτελούνται από 17 βιβλία, αφιερώνει το τελευταίο βιβλίο στη γεωγραφία της Αφρικής. Το βιβλίο αυτό αποτελεί την καλλίτερη σύνοψη όλων των ιστορικών και γεωγραφικών συγγραφών για την Αιθιοπία που είχαν γραφεί μέχρι την εποχή του.
 
Ο ίδιος επισκέφθηκε τις περιοχές νότια της Μερόης και είχε προσωπική αντίληψη της περιοχής και των κατοίκων. Ο Στράβων διαιρεί την Αιθιοπία σε τρία μέρη: το Βασίλειο της Κανδάκης, την Άνω Αιθιοπία και τη Νότια Αιθιοπία. Τα βόρεια σύνορα της χώρας τα τοποθετεί στην Ελεφάντινη και Συήνη (Ασσουάν), προς Νότο, δε, λέγει ότι η Αιθιοπία εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα.
 
Από τους διάφορους λαούς αναφέρει τους Τρωγλοδύτες και τους Κρεωφάγους τους οποίους περιγράφει ως πρωτόγονους. Για τον Νείλο έχει ακριβέστερη από τους άλλους συγγραφείς γνώση. Γνωρίζει τα τρία σκέλη του ποταμού, τον «Ασταβόραν» (Atbara), τον «Άσταπον» (Κυανό Νείλο) και τον «Αστασόβαν» (Λευκό Νείλο), κι ότι ο Άσταπος πηγάζει από λίμνη. Από τις αιθιοπικές πόλεις ο Στράβων μνημονεύει την «Βερενίκην Σαβά» που την τοποθετεί στην ίδια θέση που βρισκόταν η Αδούλη, την οποία αγνοεί.
 
Γίνεται σαφές από τις πληροφορίες που μας δίνουν οι παραπάνω συγγραφείς ότι κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους οι γνώσεις για την Αιθιοπία είναι οπωσδήποτε ακριβέστερες σε σύγκριση με τους αρχαίους χρόνους, με την παρατήρηση ότι οι συγγραφείς της περιόδου αυτής περιγράφουν μία ευρύτερη περιοχή η οποία περικλείει τις περιοχές των σημερινών κρατών του Σουδάν, της Αιθιοπίας και της Σομαλίας. Μας δίνουν πληροφορίες για τα όρια, τους κατοίκους και ορισμένες πόλεις, αλλά οι πληροφορίες αυτές δεν είναι απαλλαγμένες από διαιωνιζόμενες προκαταλήψεις και ανακριβείς, επειδή τις περισσότερες φορές δεν προέρχονται από προσωπικές εμπειρίες. 
 
             Του Χρήστου Ε. Γιαννούλα
Καθηγητής του Ελληνικού Γυμνασίου της Αντίς Αμπέμπας (1973 - 77)

 

Comments